Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΟΥ «ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ» ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ ΑΝΑΘΕΡΜΑΙΝΕΙ ΤΙΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΣΤΗΝ «ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ».
ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΛΕΟΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΕΧΕΓΓΥΟ ΤΗΣ ΟΜΑΛΟΤΕΡΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
ΑΠΟ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ,
ΑΠΟ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ,
ΑΛΛΑ ΒΑΡΙΔΙ ΣΤΟΝ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟ ΚΑΙ
ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ
ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ
Γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 14 Νοεμβρίου 2009
Κομμάτι αυτής της κριτικής στρέφεται ευθέως κατά της «Αριστεράς» θεωρώντας ότι οι δογματισμοί της ενέγραψαν στο DΝΑ της μεταπολιτευτικής Ελλάδας μόνιμες τάσεις αναχρονισμού (βάζω εδώ τον όρο «Αριστερά» σε εισαγωγικά ώστε ο αναγνώστης να τον προσδιορίσει στη συνέχεια όπως θέλει).
Η κριτική επικαλείται μια πραγματικότητα και κάνει μια εκτίμηση. Η πραγματικότητα είναι ότι η Αριστερά είχε καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση της «κουλτούρας της Μεταπολίτευσης».
Η εκτίμηση είναι ότι η Αριστερά εξακολουθεί να έχει μια σημαντική ιδεολογική επιρροή στην κοινωνία, πολύ μεγαλύτερη από την εκλογική ισχύ των δύο κομμάτων που την επικαλούνται, και ότι αυτή η επιρροή είναι αριστερού χαρακτήρα και σε συνέχεια με την ιστορική κομμουνιστική ιδεολογία.
Πιστεύω ότι η εκτίμηση αν δεν είναι λάθος, είναι εξαιρετικά συζητήσιμη. Θεωρώ ότι ο αριστερός λόγος που επέδρασε καθοριστικά στην «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» ήταν ποιοτικά διαφορετικός από τη σημερινή δήθεν ευρύτερη αριστερή ιδεολογική επιρροή. Έχω υποστηρίξει ότι ιδεολογικά η «Ελλάδα της Μεταπολίτευσης» διαμορφώθηκε ως ένα «ανοιχτό, δημοκρατικό σύστημα, αντιφασιστικό αλλά όχι αντιολοκληρωτικό, με ιδεολογική κυριαρχία της λεγόμενης «προοδευτικής-δημοκρατικής» κουλτούρας που έφερε ήδη μέσα της τη σύμμειξη της αριστερής συγκροτημένης κριτικής με τις λαϊκιστικές δοξασίες»
(βλ. Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση , Πόλις 2008, σ.79).
Δεν είναι εδώ ο χώρος για λεπτομερείς ιστορικές αποτιμήσεις. Με ενδιαφέρει το μερτικό της Αριστεράς σε αυτή τη σύμμειξη, ειδικά σε ό,τι αφορά το κρισιμότερο σημερινό πρόβλημα της χώρας: στην ανασυγκρότηση των παραγωγικών δυνάμεων, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και στην προώθηση ενός νέου τύπου ανάπτυξης. Υποστηρίζω ότι είναι άδικο να χρεώνονται στην Αριστερά τα όποια «βαρίδια» έχει κληροδοτήσει η τότε εποχή στο σήμερα, πρώτον γιατί το μερτικό της δεν εντασσόταν μονομερώς στην πλευρά των «λαϊκιστικών δοξασιών» και δεύτερον γιατί μεταξύ των δύο περιόδων έχει επέλθει μια ουσιαστική αρνητική ασυνέχεια στην ίδια την κουλτούρα της Αριστεράς...[ ]
[ ] ...Έκθετα κλισέ
Αυτό που σήμερα θεωρείται ευρύτερη ιδεολογική επιρροή ή συνεχιζόμενη ηγεμονία της «Αριστεράς», είναι ποιοτικά διαφορετικό και περιέχει μια ριζική ασυνέχεια: την αποκοπή από το ιστορικό πλαίσιο της αριστερής ταυτότητας. Ειδικά στο ζήτημα που μας απασχολεί, τα σύγχρονα αριστερά κλισέ δεν παραπέμπουν σε κανένα αναπτυξιακό-παραγωγικό όραμα, ακριβώς τη στιγμή που η χώρα και η νεολαία χρειάζονται απελπισμένα ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης.
Ο «εργάτης που φτιάχνει πράγματα» έχει αφήσει τη θέση του όχι στον μοντέρνο εργαζόμενο μιας όλο και πιο άϋλης παραγωγικής διαδικασίας, αλλά στον δημόσιο υπάλληλο μιας αναποτελεσματικής κρατικής μηχανής η οποία αντιμετωπίζεται πια σαν θύλακας ασφάλειας παρά σαν εργαλείο ανάπτυξης.
Συνακόλουθο: η αξιακή υποβάθμιση της εργασίας ως δημιουργίας και η παθολογική κοινωνική ανοχή στη ραγδαία απαξίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Ένας «αντιπλουτοκρατικός» λαϊκιστικός-επικοινωνιακός κώδικας έχει αντικαταστήσει την παράδοση μιας πιο σύνθετης ανάγνωσης της κοινωνικής δομής.
Συνακόλουθο: η σχέση πολιτικής διεύθυνσης και κοινωνικών συμφερόντων έχει σχεδόν αντιστραφεί. Οι πολιτικοί ηγέτες αποτελούν το ντεκόρ της κοινωνικής ομάδας που πρωταγωνιστεί στο καθημερινό «δελτίο των 8». Επιστέγασμα όλων αυτών, η αυξανόμενη υπαγωγή του «αριστεροφανούς» λόγου στον λόγο της εθνικής εσωστρέφειας.
Έτσι, τα κυκλοφορούντα αριστερά ιδεολογήματα μοιάζουν σήμερα έκθετα κομμάτια, έτοιμα να ενταχθούν στο patchwork του οποιουδήποτε.
Η «Αριστερά» έχει μετατραπεί σε εξάρτημα του λόγου της, σε εκφωνητή των κλισέ που ιστορικά αυτή παρήγαγε, αλλά που σήμερα τα διαχειρίζονται άλλοι με μεγαλύτερη μάλλον αποτελεσματικότητα. Στην πραγματικότητα, ο αυθεντικότερος αγωγός ήταν, ώς τώρα τουλάχιστον, ένας υπερκομματικός συντηρητικός λαϊκισμός με πολιτικά ή απολιτικά-μιντιακά χαρακτηριστικά. Γι΄ αυτό είναι λάθος να αναγορεύουμε σε παρατεταμένη επιρροή του ιστορικού αριστερού λόγου τα θραύσματα που απέμειναν για κοινή χρήση.
Αρκεί άλλωστε να σκεφτούμε τη διπλή υποχώρηση των κομμάτων της σημερινής μετακομμουνιστικής Αριστεράς: το ΚΚΕ βρίσκεται εκλογικά καθηλωμένο και ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν επιχείρησε την «κινηματική στροφή», έχασε κατά κράτος την ηγεμονία σε αυτόν τον μικροχώρο από τον «νεοαναρχισμό».
Η εκτίμηση είναι ότι η Αριστερά εξακολουθεί να έχει μια σημαντική ιδεολογική επιρροή στην κοινωνία, πολύ μεγαλύτερη από την εκλογική ισχύ των δύο κομμάτων που την επικαλούνται, και ότι αυτή η επιρροή είναι αριστερού χαρακτήρα και σε συνέχεια με την ιστορική κομμουνιστική ιδεολογία.
Η συμβολή
Πιστεύω ότι η εκτίμηση αν δεν είναι λάθος, είναι εξαιρετικά συζητήσιμη. Θεωρώ ότι ο αριστερός λόγος που επέδρασε καθοριστικά στην «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» ήταν ποιοτικά διαφορετικός από τη σημερινή δήθεν ευρύτερη αριστερή ιδεολογική επιρροή. Έχω υποστηρίξει ότι ιδεολογικά η «Ελλάδα της Μεταπολίτευσης» διαμορφώθηκε ως ένα «ανοιχτό, δημοκρατικό σύστημα, αντιφασιστικό αλλά όχι αντιολοκληρωτικό, με ιδεολογική κυριαρχία της λεγόμενης «προοδευτικής-δημοκρατικής» κουλτούρας που έφερε ήδη μέσα της τη σύμμειξη της αριστερής συγκροτημένης κριτικής με τις λαϊκιστικές δοξασίες»
(βλ. Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση , Πόλις 2008, σ.79).
Δεν είναι εδώ ο χώρος για λεπτομερείς ιστορικές αποτιμήσεις. Με ενδιαφέρει το μερτικό της Αριστεράς σε αυτή τη σύμμειξη, ειδικά σε ό,τι αφορά το κρισιμότερο σημερινό πρόβλημα της χώρας: στην ανασυγκρότηση των παραγωγικών δυνάμεων, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και στην προώθηση ενός νέου τύπου ανάπτυξης. Υποστηρίζω ότι είναι άδικο να χρεώνονται στην Αριστερά τα όποια «βαρίδια» έχει κληροδοτήσει η τότε εποχή στο σήμερα, πρώτον γιατί το μερτικό της δεν εντασσόταν μονομερώς στην πλευρά των «λαϊκιστικών δοξασιών» και δεύτερον γιατί μεταξύ των δύο περιόδων έχει επέλθει μια ουσιαστική αρνητική ασυνέχεια στην ίδια την κουλτούρα της Αριστεράς...[ ]
[ ] ...Έκθετα κλισέ
Αυτό που σήμερα θεωρείται ευρύτερη ιδεολογική επιρροή ή συνεχιζόμενη ηγεμονία της «Αριστεράς», είναι ποιοτικά διαφορετικό και περιέχει μια ριζική ασυνέχεια: την αποκοπή από το ιστορικό πλαίσιο της αριστερής ταυτότητας. Ειδικά στο ζήτημα που μας απασχολεί, τα σύγχρονα αριστερά κλισέ δεν παραπέμπουν σε κανένα αναπτυξιακό-παραγωγικό όραμα, ακριβώς τη στιγμή που η χώρα και η νεολαία χρειάζονται απελπισμένα ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης.
Ο «εργάτης που φτιάχνει πράγματα» έχει αφήσει τη θέση του όχι στον μοντέρνο εργαζόμενο μιας όλο και πιο άϋλης παραγωγικής διαδικασίας, αλλά στον δημόσιο υπάλληλο μιας αναποτελεσματικής κρατικής μηχανής η οποία αντιμετωπίζεται πια σαν θύλακας ασφάλειας παρά σαν εργαλείο ανάπτυξης.
Συνακόλουθο: η αξιακή υποβάθμιση της εργασίας ως δημιουργίας και η παθολογική κοινωνική ανοχή στη ραγδαία απαξίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Ένας «αντιπλουτοκρατικός» λαϊκιστικός-επικοινωνιακός κώδικας έχει αντικαταστήσει την παράδοση μιας πιο σύνθετης ανάγνωσης της κοινωνικής δομής.
Συνακόλουθο: η σχέση πολιτικής διεύθυνσης και κοινωνικών συμφερόντων έχει σχεδόν αντιστραφεί. Οι πολιτικοί ηγέτες αποτελούν το ντεκόρ της κοινωνικής ομάδας που πρωταγωνιστεί στο καθημερινό «δελτίο των 8». Επιστέγασμα όλων αυτών, η αυξανόμενη υπαγωγή του «αριστεροφανούς» λόγου στον λόγο της εθνικής εσωστρέφειας.
Έτσι, τα κυκλοφορούντα αριστερά ιδεολογήματα μοιάζουν σήμερα έκθετα κομμάτια, έτοιμα να ενταχθούν στο patchwork του οποιουδήποτε.
Ο «αντικαπιταλισμός», η «κοινωνική ευαισθησία»
και ο «αντιιμπεριαλισμός» δίνουν και παίρνουν.
και ο «αντιιμπεριαλισμός» δίνουν και παίρνουν.
Η «Αριστερά» έχει μετατραπεί σε εξάρτημα του λόγου της, σε εκφωνητή των κλισέ που ιστορικά αυτή παρήγαγε, αλλά που σήμερα τα διαχειρίζονται άλλοι με μεγαλύτερη μάλλον αποτελεσματικότητα. Στην πραγματικότητα, ο αυθεντικότερος αγωγός ήταν, ώς τώρα τουλάχιστον, ένας υπερκομματικός συντηρητικός λαϊκισμός με πολιτικά ή απολιτικά-μιντιακά χαρακτηριστικά. Γι΄ αυτό είναι λάθος να αναγορεύουμε σε παρατεταμένη επιρροή του ιστορικού αριστερού λόγου τα θραύσματα που απέμειναν για κοινή χρήση.
Αρκεί άλλωστε να σκεφτούμε τη διπλή υποχώρηση των κομμάτων της σημερινής μετακομμουνιστικής Αριστεράς: το ΚΚΕ βρίσκεται εκλογικά καθηλωμένο και ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν επιχείρησε την «κινηματική στροφή», έχασε κατά κράτος την ηγεμονία σε αυτόν τον μικροχώρο από τον «νεοαναρχισμό».




